σερβοβουλγαρικός

-ή, -ό, Ν
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Σέρβους και στους Βουλγάρους ή στη Σερβία και στη Βουλγαρία ταυτόχρονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σέρβος + Βούλγαρος + κατάλ. -ικός. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1887 στο Ἀττικὸν ἡμερολόγιον.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.